Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελαιόλαδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελαιόλαδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Σε επίπεδο ρεκόρ αυξήθηκε η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου το 2011/2012, σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου



Το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου, ανακοίνωσε, στην πλέον πρόσφατη έκθεσή του, ότι η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου έφτασε την τρέχουσα περίοδο (2011 - 2012) το ανώτατο επίπεδο ρεκόρ των 3.361.500 τόνων. Αναλυτικά, η κύρια χώρα παραγωγής παραμένει η Ισπανία με 1.600.000 τόνους, ακολουθεί η Ιταλία με 450.000 τόνους, και ακολουθεί η Ελλάδα με 295.000 τόνους. Σε χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται η Συρία (198.000 τόνοι), η Τουρκία (191.000 τόνοι), η Τυνησία (180.000 τόνοι), το Μαρόκο (120.000 τόνοι) και η Πορτογαλία (74.000 τόνοι). Στο μεταξύ εμπειρογνώμονες της ομάδας εργασίας της Copa-Cogeca για το ελαιόλαδο επιβεβαίωσαν ότι θα υπάρξει σημαντική μείωση στην κοινοτική παραγωγή ελαιολάδου κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου, κυρίως στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, καθώς και μια μικρή μείωση στην Ιταλία.
Κατανάλωση
Η συνολική κατανάλωση ελαιολάδου προβλέπεται να φτάσει για τη φετινή περίοδο τους 3.147.000 τόνους. Η σημαντικότερη χώρα κατανάλωσης είναι η Ε.Ε. (1.936.000 τόνοι), ακολουθούν οι Η.Π.Α. (275.000 τόνοι), η Τουρκία (150.000 τόνοι), η Συρία Syria (135.500 τόνοι), το Μαρόκο (90.000 τόνοι), η Βραζιλία (62.000 τόνοι), η Αλγερία (57.000 τόνοι), η Αυστραλία (41.500 τόνοι), ο Καναδάς (40.000 τόνοι), η Ιαπωνία (37.000 τόνοι), η Κίνα (30.000 τόνοι) και η Ρωσία (25.000 τόνοι).

Εξαγωγές και Εισαγωγές
Οι παγκόσμιες εξαγωγές υπολογίζονται σε 779.500 τόνους. Μετά την Ε.Ε. που διαθέτει την μερίδα του λέοντος (πάνω από 550.000 τόνοι), ακολουθούν πολύ πιο πίσω η Τυνησία 140.000 τόνοι), το Μαρόκο (40.000 τόνοι), η Συρία (25.000 τόνοι), η Τουρκία (20.000 τόνοι), η Χιλή (11.500 τόνοι) και η Αργεντινή (10.500 τόνοι).
Από πλευράς εισαγωγών η σημαντικότερη χώρα είναι οι Η.Π.Α. (271.000 τόνοι), η Ε.Ε. είναι στη δεύτερη θέση με 81.000 τόνους και ακολουθούν η Βραζιλία (62.000 τόνοι), ο Καναδάς (40.000 τόνοι), η Ιαπωνία (37 000 τόνοι), η Αυστραλία και η Κίνα (30.000 τόνοι η κάθε μία) και η Ρωσία (25.000 τόνοι).
Από πλευράς ποσοστιαίας μεταβολής, για το πρώτο επτάμηνο του 2012 σε σχέση με ένα χρόνο πριν, η χώρα που σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση είναι η Κίνα (+24%), ακολουθεί η Ρωσία (+10%), η Ιαπωνία (+10%), η Βραζιλία (+6%) και οι Η.Π.Α. (+2%).
Αντιθέτως, σημαντική πτώση σημειώθηκε στον Καναδά (-13%) και οριακή στην Αυστραλία (-1%). Για την Ε.Ε. οι εισαγωγές από τρίτες χώρες σημείωσαν μείωση (-12%), ενώ το ενδοκοινοτικό εμπόριο μειώθηκε κατά 3%.

Τιμές Παραγωγού
Για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, οι τιμές σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρσι, σημειώνουν πτώση 10% στην Ισπανία (€ 1,76/κιλό), 11% στην Ελλάδα (€ 1,84/κιλό) και 37% στην Ιταλία (€ 2,38/κιλό). Τους τελευταίους μήνες, οι τιμές παραμένουν σταθερές και στις τρεις χώρες, αλλά στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Οκτώβριο του 2009.
Για το ραφιναρισμένο ελαιόλαδο, οι τιμές σε σχέση με ένα χρόνο πριν σημείωσαν πτώση κατά 1% στην Ισπανία (€ 1,69/κιλό) και κατά 3% στην Ιταλία (€1,78/κιλό), φτάνοντας και για τις δύο χώρες στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών καλλιεργητικών περιόδων. Για την Ελλάδα δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα.

Copa Cogeca για σχέδιο δράσης της ΕΕ
Σε συνάντηση που είχαν πρόσφατα οι εκπρόσωποι της Copa Cogeca με τον Επίτροπο Γεωργίας της ΕΕ κ. D. Ciolos, χαιρέτισαν ως ένα θετικό σημείο εκκίνησης το σχέδιο δράσης της Επιτροπής της ΕΕ για τη βελτίωση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας του κοινοτικού τομέα του ελαιολάδου.
Μιλώντας κατά τη συνεδρίαση ο πρόεδρος της ομάδας εργασίας του ελαιολάδου της Copa Cogeca, Rafael Sanchez de Puerta, δήλωσε ότι:«αυτό το σχέδιο δράσης είναι θετικό και επισημαίνει βασικά θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν στον τομέα αυτό». Σύμφωνα με τον κ. Rafael Sanchez de Puerta, οι δράσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν πιο αποτελεσματικά εργαλεία για την καλύτερη διαχείριση και τη ρύθμιση της αγοράς. Επίσης θα πρέπει να γίνει ενημέρωση της τιμή αναφοράς για την ενεργοποίηση των ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση, ώστε να λαμβάνουν υπόψη την αύξηση του κόστους παραγωγής. Οι τρέχουσες τιμές δεν είναι αντιπροσωπευτικές της πραγματικότητας της αγοράς. Ακόμη η ενεργοποίηση του μηχανισμού ιδιωτικής αποθεματοποίησης θα πρέπει να γίνεται αυτόματα και να λαμβάνει καλύτερα υπ’ όψιν της τις ποσότητες και την περίοδο για την αποθήκευση».
Και συνέχισε: «Τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζουν τη χρηματοδότηση με κοινοτικά κεφάλαια για την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, που έχουν καταστεί λιγότερο ανταγωνιστικές εξαιτίας και του αυξανόμενου ανταγωνισμού από τις τρίτες χώρες που παράγουν ελαιόλαδο. Επίσης απαιτείται γεωργο-περιβαλλοντική στήριξη για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις σε μειονεκτικές περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα στο πλαίσιο των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης από τις κύριες χώρες παραγωγής της ΕΕ (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Γαλλία) με την κατάλληλη συγχρηματοδότηση. Οι δράσεις πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν μέτρα για την ενίσχυση του μεγέθους των οργανώσεων παραγωγών, όπως οι συνεταιρισμοί, που θα στηρίξουν τους παραγωγούς και θα προσθέσουν αξία στο προϊόν τους».

Ο Γενικός Γραμματέας των Copa-Cogeca, Pekka Pesonen, δήλωσε από την πλευρά του ότι «τα μέτρα προώθησης θα πρέπει να επικεντρωθούν στην ενημέρωση των καταναλωτών για τις υγιεινές και θρεπτικές ιδιότητες του ελαιολάδου. Είναι επίσης σημαντικό να δημιουργηθεί ένα σύστημα προώθησης του ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών για παιδιά σχολικής ηλικίας. Τέλος, οι μέθοδοι αξιολόγησης και οι έλεγχοι πρέπει να εντατικοποιηθούν.
Είναι επίσης σημαντικό να ενισχυθεί ο ρόλος του Διεθνούς Συμβούλιο Ελαιολάδου, όσον αφορά την ενοποίηση των προτύπων ποιότητας σε διεθνές επίπεδο. Ελπίζουμε να συνεργαστούμε με την Επιτροπή στην υλοποίηση αυτών των ενεργειών το συντομότερο δυνατό».

Στο μεταξύ εμπειρογνώμονες της ομάδα εργασίας Copa-Cogeca για το ελαιόλαδο επιβεβαίωσαν κατά τη συνάντησή τους ότι θα υπάρξει σημαντική μείωση στην κοινοτική παραγωγή ελαιολάδου κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου, κυρίως στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, καθώς και μια μικρή μείωση στην Ιταλία. «Αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η παραγωγή του ελαιολάδου εξακολουθεί να εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες», τόνισαν χαρακτηριστικά.

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Το INNOVOIL αξιοποιεί το ελαιόλαδο στο Ιόνιο


Τη διεταιρική σύμβαση για το πρόγραμμα INNOVOIL ή διαφορετικά για την εφαρμογή ενός καινοτόμου πρωτοκόλλου για την αξιοποίηση του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου στο πλαίσιο του ευρύτερου Προγράμματος Ευρωπαϊκής  Εδαφικής Συνεργασίας «Ελλάδα- Ιταλία 2007-2013» υπέγραψε ο περιφερειάρχης Ιονίων Νήσων Σπύρος Σπύρου.
Με την εν λόγω σύμβαση γίνεται το πρώτο βήμα για την υλοποίηση του προγράμματος, μέσω του οποίου επιδιώκεται ο προσδιορισμός συγκεκριμένων κριτηρίων για την παραγωγή υψηλής ποιότητας έξτρα παρθένου ελαιόλαδου με επικεφαλείς εταίρους το Κέντρο Laser του Μπάρι και μεταξύ άλλων την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων / Π.Ε Κέρκυρας.
Το πρόγραμμα θέτει τους ακόλουθους στόχους:
1. Δημιουργία ενός τελικού προϊόντος με τις καλύτερες δυνατές προδιαγραφές όσον αφορά κυρίως στην περιεκτικότητα σε φαινόλες και στερόλες καθώς και την τυποποίηση του επιπέδου οξύτητας σε συνάρτηση με την πρώτη ύλη (ποικιλία, γεωγραφική προέλευση, συνθήκες καλλιέργειας) αλλά και τη μέθοδο επεξεργασίας.
2. Τυποποίηση μιας συσκευασίας αποθήκευσης, η οποία να διασφαλίζει τη βέλτιστη διατήρηση των παραπάνω χαρακτηριστικών μέχρι να φτάσει στα χέρια του καταναλωτή.
3. Δημιουργία προϊόντος με τυποποιημένη εμπορική επωνυμία, το οποίο θα είναι υψηλής ποιότητας και θα μπορεί να διατεθεί σε χιλιάδες τουρίστες, βοηθώντας έτσι την τοπική οικονομία.
Το πρόγραμμα INNOVOIL είναι εκ των 13 έργων ποικίλης θεματολογίας εντός μεταξύ άλλων των τομέων αγροτικής ανάπτυξης και τουρισμού, στο πλαίσιο του ευρύτερου Προγράμματος Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας «Ελλάδα- Ιταλία 2007-2013» που η χρηματοδότηση τους εγκρίθηκε με τελικό δικαιούχο την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων και η έναρξη της υλοποίησης τους θα είναι άμεση.
Η πρώτη συνάντηση του ΙΝΝΟVOIL και των υπόλοιπων προγραμμάτων θα λάβει χώρα μέσα στους επόμενους μήνες.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Ελαιοκομία



Image
Μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου για τις οποίες θα είναι διατεθειμένη να πληρώσει καλύτερο αντίτιμο θα «απαιτήσει» η παγκόσμια αγορά την ερχόμενη πενταετία. Ωστόσο, για να μπορέσει να επωφεληθεί ο ελληνικός ελαιοκομικός τομέας από την ευνοϊκή αυτή συγκυρία, θα πρέπει να υλοποιηθούν ορισμένες σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές και κυρίως ο περιορισμός του κόστους παραγωγής (μέσω συγκέντρωσης σε όλα τα στάδια παραγωγής) και η αύξηση του μεριδίου παραγωγής που τυποποιείται. Αυτά αναφέρει, μεταξύ άλλων, η σχετική κλαδική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας για το ελαιόλαδο, που παρουσιάζει αναλυτικά η εφημερίδα Agrenda.
Τη διάθεση της αγοράς να πληρώσει υψηλότερα το ελαιόλαδο φαίνεται πως επιβεβαιώνει και η πράξη, αφού οι πρώτες ενδείξεις για προϊόν νέας εσοδείας έρχονται από την ΕΑΣ Ηρακλείου, η οποία ανακοίνωσε ότι ξεκινά εντός των επόμενων ημερών να παραλαμβάνει εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στην τιμή των 2,20 ευρώ το κιλό για οξύτητες μέχρι 0,3.
Πρόκειται για τιμή αυξημένη κατά 15 λεπτά σε σχέση με πέρυσι, την ώρα που η ευρωπαϊκή αγορά μπαίνει σε νέα περίοδο αναμονής, μετά τη διαβεβαίωση του Επιτρόπου Γεωργίας Ντατσιάν Τσιόλος για σχέδιο αποθεματοποίησης 100.000 τόνων παρθένου ελαιολάδου για έξι μήνες.
Να σημειωθεί ότι η τρέχουσα τιμή του παρθένου ελαιολάδου (κατώτερης ποιότητας σε σχέση με το εξαιρετικά παρθένο) στη χώρα μας διαμορφώνεται στα 1,73 ευρώ/κιλό, σταθερά όμως υψηλότερα από την ισπανική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, την επόμενη πενταετία αναμένεται ανοδική ζήτηση (με μέσο ετήσιο ρυθμό 3% και 5% για τις νέες αγορές), αλλά και άνοδος των τιμών περί τα 2,6 ευρώ το κιλό μέχρι το 2015 από 2 ευρώ το κιλό τη διετία 2009-2010.
Γι’ αυτό οι Έλληνες παραγωγοί καλούνται να εκμεταλλευτούν τη διεθνή δυναμική του κλάδου. Δεδομένου ότι το κόστος ελαιοπαραγωγής είναι υψηλό στην Ελλάδα (0,65 ευρώ το κιλό ελιών έναντι 0,6 ευρώ το κιλό στην Ιταλία και 0,55 ευρώ το κιλό στην Ισπανία), προτείνεται ο περιορισμός του κόστους μέσω συγκέντρωσης σε όλα τα στάδια παραγωγής και εισαγωγής νέων τεχνολογιών στα ισπανικά πρότυπα. Επιπλέον, επειδή η πλειοψηφία των ελαιοτριβείων στην Ελλάδα είναι μικρά και παλιάς τεχνολογίας, με αποτέλεσμα το κόστος να είναι υψηλό (0,19 ευρώ το κιλό ελαιολάδου έναντι 0,16 ευρώ το κιλό στα νέας τεχνολογίας), η απάντηση θα μπορούσε να έρθει από την αύξηση του μεριδίου παραγωγής που τυποποιείται. Αυτό θα διεύρυνε το μερίδιο του ελληνικού τυποποιημένου ελαιολάδου στη διεθνή αγορά και την υπεραξία του.

Διαχρονικά ανοδική η ελαιοπαραγωγή
Η  διεθνής αγορά ελαιολάδου μεγεθύνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια
Image
Το ελαιόλαδο αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, καθώς καλύπτει το 11% της συνολικής αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα σε αξία (έναντι 2% στην Ευρώπη). Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός ελαιολάδου (μετά την Ισπανία και την Ιταλία), με παραγωγή της τάξης των 370.000 τόνων το 2009, η οποία αντιστοιχεί σε αξία της τάξης των 800 εκατ. ευρώ, συνεισφέροντας έτσι το 0,3% του ΑΕΠ (έναντι 0,2% του ΑΕΠ για τον ισπανικό κλάδο και 0,1% για τον ιταλικό).
Οι συντάκτες τονίζουν ότι η διεθνής ελαιοπαραγωγή χαρακτηρίζεται από διαχρονικά ανοδική τάση, η οποία γίνεται περισσότερο αισθητή την τελευταία δεκαετία, φθάνοντας τους 3,1 εκατ. τόνους το 2009, επίπεδο υψηλότερο κατά 60% από το 1990.
Όπως αναφέρεται, η ζήτηση στις τρεις βασικές χώρες ελαιοπαραγωγούς (Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία) εκτιμάται ότι θα αυξηθεί σε ποσοστό 0,6% κατά μέσο όρο ετησίως (έναντι 0,5% την προηγούμενη δεκαετία), ενώ η ζήτηση στις λοιπές χώρες θα αυξηθεί σε ποσοστό 5% κατά μέσο όρο ετησίως, λόγω αυξημένης ζήτησης για προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας (έναντι 3% την προηγούμενη δεκαετία).
Η παραγωγή των χωρών του τριγώνου θα δεχθεί, σύμφωνα με την ΕΤΕ, μικρή περιοριστική επίδραση από την αναθεώρηση της ΚΑΠ. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι η παραγωγή θα αυξηθεί κοντά στους 2,5 εκατ. τόνους το 2012 και στη συνέχεια θα επιστρέψει στους 2,3 εκατ. τόνους το 2015 (επίπεδο αντίστοιχο με του 2010).
Με δεδομένο ότι η παραγωγή στις λοιπές χώρες θα συνεχίσει να αυξάνεται με το μέσο μακροχρόνιο ρυθμό της τελευταίας εικοσαετίας (2,5%), η συνολική παραγωγή θα αγγίξει τους 3,3 εκατ. τόνους το 2015 (από 3,2 εκατ. τόνους το 2010). Οι τιμές αναμένεται ότι θα ανακάμψουν σταδιακά, κυρίως λόγω της ταχύτερης αύξησης της ζήτησης σε σχέση με την προσφορά. Βάσει των εκτιμήσεων, η διεθνής τιμή ελαιολάδου θα προσεγγίσει τα 2,6 ευρώ το κιλό το 2015 (από 2,3 ευρώ το 1991-2010).

Συνάρτηση ζήτησης και τιμών
Image
Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές ελαιολάδου είναι το επίπεδο των αποθεμάτων και η σχετική διαπραγματευτική δύναμη των παραγωγών και των ελαιοτριβείων έναντι των τυποποιητών και των εμπόρων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης της Εθνικής Τράπεζας μια αύξηση (μείωση) της παραγωγής κατά 10% μειώνει (αυξάνει αντίστοιχα) τις διεθνείς τιμές κατά 4,5%. Επιπλέον, ο στατιστικά σημαντικός συντελεστής ελαστικότητας ενός δείκτη σχετικής διαπραγματευτικής δύναμης ως προς τις τιμές δεικνύει ότι η εντεινόμενη συγκέντρωση των κλάδων τυποποίησης και εμπορίας τα τελευταία χρόνια έναντι του κλάδου των παραγωγών ασκεί σημαντική πίεση στις τιμές των καλλιεργητών.
Βέβαια, οι εκτιμήσεις για την επόμενη πενταετία αναφέρουν ανοδική ζήτηση στις νέες αγορές και περιορισμένη προσφορά στις βασικές ελαιοπαραγωγικές χώρες, παράγοντες που θα ασκήσουν ανοδική πίεση στις τιμές.  


Στόχος η καλύτερη αξιοποίηση της ελληνικής παραγωγής
Οργάνωση και αυστηρό έλεγχο προκρίνουν οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον ελαιοκομικό κλάδο
Η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία και η ποιοτική υπεροχή του ελληνικού ελαιολάδου μπορούν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη τον κλάδο μεσοπρόθεσμα. Για να υλοποιηθεί, ωστόσο, αυτή η δυνατότητα απαιτούνται οι εξής διαρθρωτικές μεταβολές: (i) Περιορισμός του κόστους παραγωγής (κυρίως μέσω συγκέντρωσης σε όλα τα στάδια παραγωγής) και (ii) αύξηση του μεριδίου παραγωγής που τυποποιείται.
Βέβαια, μία ενδεχόμενη μείωση της στήριξης από την ΚΑΠ, παρ’ όλο που δεν διαφαίνεται τόσο έντονα στις προτάσεις που ετοιμάζει η Κομισιόν, θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα να θέσει εκτός αγοράς τους παραγωγούς, που λειτουργούν με εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1/3 της ελαιοπαραγωγής γίνεται σε εκτάσεις μικρότερες των 5 εκταρίων, που είναι σε μεγάλο βαθμό ζημιογόνες. Η παραγωγή πρέπει να επικεντρωθεί σε περιοχές με υψηλές αποδόσεις λόγω γεωγραφικής θέσης (κυρίως Κρήτη και Πελοπόννησος), σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερες εκτάσεις και να προωθηθεί όπου είναι εφικτό η συλλογή καρπών με χρήση μηχανημάτων, συστήνουν οι αναλυτές της Εθνικής. Επιπλέον, η σταδιακή αναβάθμιση της τεχνολογίας των ελαιοτριβείων (κυρίως μέσω αντικατάστασης των τριφασικών από διφασικά) εκτιμάται ότι μπορεί να περιορίσει σημαντικά το κόστος παραγωγής.
Καταλύτης, για να εκμεταλλευτεί πραγματικά ο κλάδος ελληνικού ελαιολάδου τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, είναι ο περιορισμός του τμήματος της εγχώριας αγοράς που καλύπτεται από χύμα ελαιόλαδο (της τάξης των 3/4 της εγχώριας κατανάλωσης). Η συγκέντρωση στον κλάδο των ελαιοτριβείων όσο και στον τομέα των συνεταιρισμών (σε συνδυασμό με την καθετοποίηση της παραγωγής) θα μπορούσε να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.
Παράλληλα, η οργάνωση και ο αυστηρός έλεγχος ποιότητας, καθώς και οι πολιτικές προορισμού της φοροδιαφυγής, μπορούν να βοηθήσουν να πραγματοποιηθεί ουσιαστική στροφή στο τυποποιημένο ελαιόλαδο. Τα οφέλη από μια τέτοια αναδιάρθρωση θα ήταν σημαντικά. Αν το μεγαλύτερο ποσοστό του ελαιολάδου κατευθυνόταν στις βιομηχανίες τυποποίησης, η αύξηση του επιπέδου των πωλήσεών τους θα ήταν τέτοια ώστε το μέσο μέγεθος των ελληνικών εταιρειών θα προσέγγιζε τα επίπεδα των αντίστοιχων ιταλικών (1,5 εκατ. ευρώ πωλήσεις από 0,5 εκατ. ευρώ σήμερα). Συνεπώς, θα δημιουργούνταν οι απαραίτητες οικονομίες κλίμακας αλλά και η κρίσιμη μάζα για τη σωστή διαφήμιση αλλά και προώθηση του ελαιολάδου στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, αν η Ελλάδα κατάφερνε να κατακτήσει στη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου μερίδιο παρόμοιο με εκείνο που κατέχει στην παραγωγή (άνω του 10% σε σχέση με 3%), τότε θα μπορούσε να αποφέρει μια πρόσθετη υπεραξία στη χώρα της τάξης των 80 εκατ. ευρώ ετησίως.
  
Εταιρείες επεξεργασίας και τυποποίησης ελαιολάδου
Image
Η παγκόσμια κατανάλωση τυποποιημένου ελαιολάδου καλύπτεται σε μεγάλο ποσοστό από ισπανικές εταιρείες, οι οποίες την τελευταία πενταετία ακολουθούν επεκτατική πολιτική μέσω εξαγορών ιταλικών κυρίως εταιρειών. Ενδεικτικά, ο ισπανικός όμιλος SOS με αυτή τη στρατηγική κάλυψε περισσότερο από 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης (περιλαμβάνει τη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου και την εγχώρια κατανάλωση των τριών βασικών παραγωγών), αποκτώντας έλεγχο σε ισχυρά ισπανικά (Carbonell, Koipe) και ιταλικά brands ελαιολάδου (Bertolli, Carapelli, Sasso) και κατ’ επέκταση ευκολότερη πρόσβαση σε δίκτυα πωλήσεων.
Όσον αφορά την Ελλάδα, η εγχώρια αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου εκτιμάται περί τους 40.000 τόνους. Δύο εταιρείες (Ελαΐς και Μινέρβα) καλύπτουν κοντά στο 60% της αγοράς. Οι λοιπές τυποποιητικές εταιρείες και συνεταιρισμοί έχουν μερίδιο κοντά στο 20%, ενώ το υπόλοιπο της αγοράς καλύπτεται από προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (private label) που προωθούν τα σούπερ μάρκετ.
Όσον αφορά την εξαγωγική δραστηριότητα, η Ελλάδα διαθέτει στο εξωτερικό το 45% του παραγόμενου επώνυμου ελαιολάδου (30.000 τόνοι), έναντι 60% της παραγωγής στην Ισπανία (400.000 τόνοι) και 40% στην Ιταλία (320.000 τόνοι). Υπό αυτές τις συνθήκες, το ελληνικό μερίδιο στη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου (περίπου 1 εκατ. τόνοι) δε ξεπερνά το 3%. Σχεδόν το 40% των ελληνικών εξαγωγών τυποποιημένου ελαιολάδου πραγματοποιείται από τέσσερις εταιρείες (Nutria, Γαία, Ελαΐς και Μινέρβα), ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται κυρίως από συνεταιρισμούς.

Οι παίκτες στην Ελλάδα
Ο κύκλος εργασιών των εταιρειών ελαιολάδου στην Ελλάδα σημείωσε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 10% στο διάστημα 2004-2008 (έναντι 8% για τον ευρύτερο κλάδο τροφίμων στο ίδιο διάστημα), ενώ ακολούθησε πτώση 16% το 2009 (έναντι πτώσης 5% για τα τρόφιμα). Αντίστοιχα, ο δείκτης παραγωγής λιπών και ελαίων των τριών βασικών παραγωγών (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα) παρουσιάζει μεγαλύτερη μεταβλητότητα συγκριτικά με την ευρύτερη βιομηχανία τροφίμων. Ενδεικτικά, η πτώση του ονομαστικού ΑΕΠ των τριών χωρών κατά 3% το 2009, συνοδεύτηκε από μείωση 1,6% στο δείκτη παραγωγής ελαίων έναντι μόλις 0,8% στο δείκτη τροφίμων. Συνεπώς, ο συγκεκριμένος κλάδος μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους σχετικά κυκλικούς κλάδους τροφίμων.
Όσον αφορά τη γενικότερη χρηματοοικονομική εικόνα του κλάδου, σύμφωνα με τη μελέτη κρίνεται υγιής. Πιο συγκεκριμένα, η σύγκριση με δύο benchmarks (ευρωπαϊκοί όμιλοι επεξεργασίας φυτικών ελαίων και ο ευρύτερος ελληνικός κλάδος τροφίμων) αποκαλύπτει ότι η κατάσταση των εταιρειών ελληνικού ελαιολάδου είναι αρκετά παρόμοια ενώ παράλληλα σε κάποια σημεία υπερτερεί.
Ειδικότερα, το περιθώριο λειτουργικού κέρδους στο διάστημα 2004-2009 ήταν κοντά στο 10% στον κλάδο ελληνικού ελαιολάδου – επίπεδα αντίστοιχα τόσο με αντίστοιχες ευρωπαϊκές εταιρείες όσο και με τον ευρύτερο ελληνικό κλάδο τροφίμων. Ωστόσο, η απόδοση ενεργητικού του κλάδου (ROA) προσεγγίζει το 5%, υψηλότερη από τα φυτικά έλαια στην Ευρώπη (3,8%) και τον ελληνικό κλάδο τροφίμων (2,4%), καθώς υπερτερεί σε όρους ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Αυστηρά μέτρα για την παραγωγή, τυποποίηση και διακίνηση του ελαιολάδου ζητάει ο Σύνδεσμος Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης



Την αυστηρή εφαρμογή και τήρηση των κανόνων που διέπουν την παραγωγή, τυποποίηση, διακίνηση και πώληση του ελαιολάδου ζητάει ο Σύνδεσμος Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας Κρήτης, του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, του ΕΦΕΤ και του ΣΔΟΕ. Ο Σύνδεσμος τονίζει ακόμα ότι μετά τη γνωστοποίηση για ελληνοποίηση ελαιολάδων στην περιοχή των Χανίων, καταδικάζει οποιαδήποτε ενέργεια από οπουδήποτε και αν προέρχεται, η οποία στοχεύει στην νόθευση του Κρητικού ελαιολάδου.


Προσθέτει ακόμα τέτοιες ενέργειες έχουν στόχο την παραπληροφόρηση του καταναλωτικού κοινού σχετικά με το ελαιόλαδο και γενικά στην ανάμειξη του κρητικού ελαιολάδου με οποιοδήποτε άλλο ελαιόλαδο.

Ακολουθεί η ανακοίνωση του Συνδέσμου Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης

Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΥΤΕΚ σε έκτακτη συνεδρίαση του και αφού έλαβε γνώση για την ελληνοποίηση ελαιολάδων στην περιοχή των Χανίων, αποφάσισε τα παρακάτω:
  • Καταδικάζει οποιαδήποτε ενέργεια από οπουδήποτε και αν προέρχεται , η οποία στοχεύει στην νόθευση του Κρητικού ελαιολάδου, στην παραπληροφόρηση του καταναλωτικού κοινού σχετικά με το ελαιόλαδο και γενικά στην ανάμειξη του Κρητικού ελαιολάδου με οποιοδήποτε άλλο ελαιόλαδο.
  • Ζητεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας Κρήτης, του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης , του ΕΦΕΤ και του ΣΔΟΕ, με συστηματικούς ελέγχους να προβαίνουν στην αυστηρή εφαρμογή και τήρηση των κανόνων που διέπουν την παραγωγή, τυποποίηση, διακίνηση και πώληση του ελαιολάδου.
  • Να δημοσιοποιήσει τις θέσεις του ΣΥΤΕΚ και να αναδείξει την ζημιά που υφίσταται το ΚΡΗΤΙΚΟ ελαιόλαδο στο σύνολο του , με ενέργειες οι οποίες βλάπτουν την ποιότητα και την εικόνα του ,τόσο στην εσωτερική αλλά και στην διεθνή αγορά.